Eνδονοσοκομειακές λοιμώξεις

“Ανοιχτή πληγή” παραμένουν οι λοιμώξεις στους χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας, και κυρίως στα νοσοκομεία, καθώς παρά τις σημαντικές προσπάθειες που καταβάλλονται τα τελευταία χρόνια για την ενημέρωση πολιτών και επαγγελματιών υγείας, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες της Ε.Ε. με τα υψηλότερα επίπεδα μικροβιακής αντοχής. Παράλληλα, συνεχίζει να είναι και πρώτη στην κατανάλωση αντιμικροβιακών παραγόντων κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ανθεκτικών μικροβίων αλλά και την έξαρση των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων.

Το πρόβλημα δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε και έχει ένα και μόνο αίτιο. Κι αυτό διότι αφενός από τη μία οι εργαζόμενοι πολλές φορές δεν εφαρμόζουν στην καθημερινή κλινική πραγματικότητα τις οδηγίες πρόληψης, αφετέρου όμως και οι ίδιες οι Διοικήσεις των νοσοκομείων είναι δύσκολο να πεισθούν να επενδύσουν σε προγράμματα ελέγχου λοιμώξεων καθώς είναι αρκετά κοστοβόρα.

Ενδεικτικό εξάλλου της έλλειψης συμμόρφωσης των επαγγελματιών υγείας με τα μέτρα ελέγχου και πρόληψης νοσημάτων είναι το γεγονός ότι ο εμβολιασμός του ιατρικού, νοσηλευτικού και παραϊατρικού προσωπικού, παρά τις συστάσεις των αρμόδιων φορέων, παραμένει εξαιρετικά χαμηλός.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία για φέτος, την περίοδο 2014- 2015 ο εμβολιασμός του προσωπικού των δημόσιων νοσοκομείων έφθασε μόλις στο 11%, ενώ την περίοδο 2013- 2014 βρισκόταν ακόμη χαμηλότερα, φθάνοντας μόλις το 4%” ανέφερε μάλιστα ο νοσηλευτής Ελέγχου Λοιμώξεων του νοσοκομείου “Άγιος Σάββας”, κ. Αριστοτέλης Παπαδημητρίου κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου της Ελληνικής Εταιρείας Ελέγχου Λοιμώξεων (ΕΕΕΛ) με αφορμή τη διοργάνωση του 8ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ελέγχου Λοιμώξεων που θα πραγματοποιηθεί 4-6 Νοεμβρίου στην Αθήνα.

Ένα ακόμη μέτρο το οποίο θα μπορούσε να συμβάλλει προς την κατεύθυνση του περιορισμού των νοσοκομειακών λοιμώξεων είναι και η εφαρμογή Προγραμμάτων Πρόληψης και Ελέγχου των Λοιμώξεων και της Μικροβιακής Αντοχής. Τα προγράμματα αυτά, ωστόσο, σε μία περίοδο που οι προϋπολογισμοί των νοσοκομείων φθάνουν με δυσκολία ακόμη και για την προμήθεια του αναγκαίου υλικού, θεωρούνται τρόπον τινά “πολυτέλεια” από τις περισσότερες Διοικήσεις.

Αδυνατούμε να πείσουμε τα διοικητικά στελέχη των νοσοκομείων γι’ αυτή την επένδυση” τόνισε η γ.γ της ΕΕΕΛ, Προϊσταμένη του Τμήματος Ποιότητας και Νοσηλεύτρια Επιτήρησης Λοιμώξεων του νοσοκομείου “Θριάσιο” και Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του Συνεδρίου, κα Αγγελική Καραΐσκου.

Όπως εξήγησε η ίδια πάντως, μπορεί τα προγράμματα αυτά να μην αποτελούν παραγωγούς εσόδων, να κοστίζουν και η οικονομική απόδοση της επένδυσης να απαιτεί ένα χρονικό διάστημα 2-3 ετών για να γίνει αισθητή, αλλά “με γνώμονα την ορθολογική διαχείριση των πόρων, η ανάγκη για επένδυση σε τέτοια προγράμματα είναι πιο επιτακτική από ποτέ”. Κι αυτό γιατί το μέσο ετήσιο κόστος θεραπείας είναι 4,6 φορές μεγαλύτερο από το μέσο όρο των δαπανών για  την πρόληψη και τον έλεγχό τους και άρα οι πόροι στην υγεία “θα μπορέσουν, έτσι, να διατίθενται για την αύξηση της παραγωγικότητας των νοσοκομείων και τη θεραπεία περισσότερων ασθενών”.

Το Συνέδριο

Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν αποτελεί εξάλλου έκπληξη το γεγονός ότι για πρώτη φορά φέτος στο Συνέδριο της ΕΕΕΛ έχουν κληθεί να συμμετέχουν και τα διοικητικά στελέχη των νοσοκομείων (Forum των Διοικητών). Παράλληλα, όπως τόνισε ο επιτ. Πρόεδρος της Εταιρείας, ομότιμος Καθηγητής Παθολογίας- Λοιμώξεων του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Γεώργιος Σαρόγλου, στην τριήμερη αυτή συνάντηση με θέμα: “Πολεμάμε τις λοιμώξεις βελτιώνοντας τη Συμμόρφωση” όλοι οι συμμετέχοντες (γιατροί και νοσηλευτές) όχι μόνο θα ενημερωθούν, αλλά θα έχουν την ευκαιρία να εκπαιδευτούν.