Μηνυτήρια αναφορά του Συν.Εργασ.Ια. κατά της Διοίκησης του ΕΟΠΥΥ

Κατατέθηκε (28.07.2015) μηνυτήρια αναφορά του Συν.Εργασ.Ια. στον εισαγγελέα κατά της Διοίκησης του ΕΟΠΥΥ και παντός ποινικώς υπευθύνου, υπαιτίου και ηθικού αυτουργού για τους παράνομους συμψηφισμούς και τις ψευδείς βεβαιώσεις για την εφορία

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΗΝΥΤΗΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ

Του σωματείου με την επωνυμία «Σύνδεσμος Εργαστηριακών Ιατρών» και διακριτικό τίτλο «ΣΥΝ.ΕΡΓΑΣ.ΙΑ», που εδρεύει στο Π. Φάληρο (οδός Αγίου Αλεξάνδρου αρ. 48) και εκπροσωπείται νόμιμα.

ΚΑΤΑ

1.- της Διοίκησης του Εθνικού Οργανισμού Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, οδός Κηφισίας αρ. 39, και εκπροσωπείται νόμιμα και

2.- παντός κατά το νόμο ποινικώς υπευθύνου, υπαιτίου και ηθικού αυτουργού.

——————————

Ο Σύνδεσμός μας, που έχει νομίμως συσταθεί δυνάμει της με αριθμό 50/2015 Διαταγής του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία εγκρίθηκε το από 24.10.2014 καταστατικό, το οποίο καταχωρήθηκε με αυξ. αριθ. 30535 στο βιβλίο σωματείων του Ειρηνοδικείου Αθηνών (σχετ. 1), έχει ως σκοπό να εκφράζει, να προωθεί και να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργαστηριακών ιατρών μελών του, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι συμβεβλημένα και παρέχουν υπηρεσίες και για λογαριασμό του ΕΟΠΥΥ πανελλαδικά.

Ωστόσο, μολονότι από πλευράς μας ως εργαστηριακοί ιατροί, υπήρξαμε ανέκαθεν απολύτως συνεπείς στην εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών μας απέναντι στον ΕΟΠΥΥ και τους Ασφαλισμένους του, δυστυχώς ο ΕΟΠΥΥ, με ευθύνη της διοίκησής του, παραμένει εδώ και χρόνια απολύτως αναξιόπιστος απέναντί μας, αρνούμενος επανειλημμένα όχι μόνο να εκπληρώσει τις νόμιμες και συμβατικές υποχρεώσεις του απέναντί μας, καθιστώντας στην πράξη απολύτως ασύμφορη την, υπ’ αυτούς τους όρους, εξακολούθηση της συνεργασίας μας, αλλά και τροποποιώντας παρανόμως, μονομερώς και αναδρομικά του όρους της συνεργασίας και των αμοιβών μας, ζημιώνοντάς μας οικονομικά. Ειδικότερα:

  • Δυνάμει της με αρ. Υ9/οικ.70521/14.8.2014, ο προϋπολογισμός της δαπάνης του ΕΟΠΥΥ για το 2014, δε μπορεί να υπερβεί το ποσό που προσδιορίζεται στη με αρ. Υ9Α/οικ.62558/15.7.2014 Υπουργική Απόφαση «Επιτρεπόμενα όρια δαπανών του ΕΟΠΥΥ για τις προς αυτόν παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας από τους συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους, ανά κατηγορία παρεχόμενης υπηρεσίας». Ειδικότερα σύμφωνα με την πρώτη εκ των ανωτέρω Υπουργικών Αποφάσεων το ατομικό όριο (πλαφόν) ορίζεται συγκεκριμένα ως «το ποσό που αντιστοιχεί στο ετήσιο όριο δαπάνης κάθε νομού κατανέμεται στους παρόχους του νομού, ανά ΑΦΜ, αυτού με βάση την αναλογία της αιτηθείσας ετήσιας δαπάνης του παρόχου για το έτος 2013 προς τη συνολική ετήσια αιτηθείσα δαπάνη του έτους 2013 του ιδίου νομού. Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το ετήσιο όριο δαπάνης του ιδίου νομού για το έτος 2014, όπως εμφαίνεται στο παράρτημα Α, που επισυνάπτεται στην παρούσα απόφασης και αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Το ποσό που προκύπτει αποτελεί το ετήσιο όριο δαπάνης του παρόχου, ανά ΑΦΜ, το οποίο διαιρείται σε δωδεκατημόρια.» Στο αναφερόμενο Παράρτημα Α της ανωτέρω Υπουργικής Απόφασης, ορίζεται ρητά για τους σκοπούς της ανωτέρω απόφασης το όριο δαπάνης για κάθε νομό, όπως π.χ. για το νομό Αττικής το ποσό των 106.899.706,81€.

Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο ανώτατο όριο δαπάνης ανά νομό, ήταν ήδη γνωστό, το αργότερο,  κατά το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω από 14.8.2014 Υπουργικής Απόφασης, και μολονότι ο ΕΟΠΥΥ όφειλε το ταχύτερο να γνωστοποιήσει στους συμβεβλημένους παρόχους υπηρεσιών υγείας το συγκεκριμένο ατομικό μηνιαίο όριο του καθενός, εφόσον κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν γνωστοί όλοι οι παράμετροι υπολογισμού αυτού, όχι μόνο προέβη αρχικά, με μεγάλη καθυστέρηση, το Νοέμβριο 2014 στη γνωστοποίηση των σχετικών μηνιαίων ατομικών ορίων, που φυσικά ισχύουν αναδρομικά από 1.1.2014,  αλλά επιπλέον τον Ιούλιο του 2015, μας απέστειλε νέα ειδοποιητήρια, με τα οποία τροποποιούσε μονομερώς προς τα κάτω τα αρχικά ανακοινωθέντα ατομικά πλαφόν του έτους 2014 για ορισμένους νομούς, μεταξύ των οποίων και αυτού της Αττικής. Συνέπεια των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων της διοίκησης του ΕΟΠΥΥ ήταν ότι μεγάλο μέρος των διενεργηθεισών εκ μέρους των συμβεβλημένων εργαστηριακών ιατρών κρίθηκε εκ των υστέρων ως υπερβαίνον το εκ των υστέρων καθορισθέν πλαφόν με αποτέλεσμα, τελικά να μην εγκριθεί η σχετική αποζημίωσή των ιατρών από τον ΕΟΠΥΥ.

Σε επικοινωνία μας με τον ΕΟΠΥΥ, μας γνωστοποιήθηκε, ανεπίσημα, ότι τάχα η εκ των υστέρων μείωση των ατομικών ορίων δαπανών, οφειλόταν στο γεγονός ότι ποσό 24 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο τάχα είχε προϋπολογιστεί στον σχετικό κωδικό ΚΑΕ 0671.01 «Διαγνωστικό Κέντρο – Αμοιβές παρακλινικών εξετάσεων» του ΕΟΠΥΥ, τελικά δεν καταβλήθηκε στον Οργανισμό, με αποτέλεσμα την κατά 23% μείωση των ήδη ανακοινωθέντων ορίων. Παρ’ όλα αυτά, το προαναφερθέν ποσό των 24 εκατομμυρίων ευρώ, δεν είχε προϋπολογιστεί στο λογαριασμό του ΕΟΠΥΥ, παρά μονάχα με την 19η (μετά την έγκρισή του) τροποποίηση του Προϋπολογισμού του Οικ. έτους 2014, που έλαβε χώρα το πρώτον την 15.11.2014, δυνάμει της Απόφασης Νο 1105 της Συνεδρίασης Δ. Συμβουλίου 200/15.12.2014 (που δημοσιεύτηκε στην ΔΙΑΥΓΕΙΑ με ΑΔΑ:7ΤΣΞΟΞ7Μ, σχετ. 2). Συνεπώς τα δυνάμει της με αρ. Υ9/οικ.70521/14.8.2014 υπουργικής απόφασης, που δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ την 18.8.2014, ανακοινωθέντα όρια δαπάνης κάθε νομού, είχαν καθοριστεί χωρίς τον συνυπολογισμό του ανωτέρω ποσού των 24 εκατομμυρίων ευρώ και συνεπώς τυχόν μη καταβολή αυτού, δε θα έπρεπε να μειώνει τα κατά τα ανωτέρω ανακοινωθέντα όρια δαπάνης, ενώ αντίθετα η καταβολή των προϋπολογισθέντων 24 εκατομμυρίων ευρώ, θα έπρεπε αντίστοιχα μόνο να αυξήσει τα όρια αυτά.

Ενόψει των ανωτέρω, καλέσαμε επανειλημμένως τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ, τόσο προφορικά όσο και γραπτά (δυνάμει του από 20.7.2015 εξωδίκου μας σχετ. 3), να μας  ενημερώσει με σαφήνεια για την αιτία της εκ των υστέρων, εις βάρος των εργαστηριακών ιατρών και προς όφελος του ΕΟΠΥΥ, τροποποίησης των ήδη ανακοινωθέντων, κατά τα ανωτέρω, ατομικών ορίων δαπανών, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει υπάρξει καμία σχετική απάντηση εκ μέρους του οργανισμού.

              Εκτός αυτού, έχουν περιέλθει σε γνώση του συνδέσμου μας καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες η μείωση των ατομικών ορίων δαπανών, δεν επεβλήθη από τον ΕΟΠΥΥ δίκαια και αναλογικά σε όλους τους παρόχους και ότι υπήρξαν περιπτώσεις που ο Οργανισμός έκανε δεκτές επιλεκτικά αιτήσεις παλαιών εργαστηρίων για αύξηση του πλαφόν τους, ενώ σχετική πρόβλεψη υπήρχε στην υπουργική απόφαση για τα νέα και μόνο εργαστήρια. Οι καταγγελίες αυτές αν υποτεθούν αληθινές δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για τη διαδικασία με την οποία έγιναν αποδεκτές αιτήσεις παλαιών εργαστηρίων καθώς και για τυχόν σχετική προηγούμενη επιλεκτική ενημέρωση κάποιων και μόνο εργαστηρίων. Ταυτόχρονα, αντίστοιχες καταγγελίες ανέφεραν ότι εκ μέρους του ΕΟΠΥΥ υπήρξε ευνοϊκή μεταχείριση μεγάλων αλυσίδων διαγνωστικών κέντρων. Επειδή, παρόλο που θεωρούμε αδιανόητο να έχει υπάρξει εκ μέρους του ΕΟΠΥΥ η ανωτέρω επιλεκτική μεταχείριση συγκεκριμένων κατηγοριών παρόχων, οι ανωτέρω καταγγελίες έχουν δημιουργήσει μεγάλη ανασφάλεια και ανησυχία στους συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ εργαστηριακούς ιατρούς, καλέσαμε τη Διοίκηση του Οργανισμού, το ταχύτερο δυνατό να διαψεύσει με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο τις ανωτέρω καταγγελίες, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα όλα τα απαραίτητα στοιχεία που θα αποδεικνύουν το ψευδές περιεχόμενο αυτών, καθώς και τις σχετικές μεθόδους υπολογισμού της μείωσης των πλαφόν τόσο για τα νέα όσο και για τα παλαιά εργαστήρια.      Παράλληλα, επειδή στις περιπτώσεις των νέων εργαστηριακών ιατρών, που έκαναν έναρξη εργασιών μετά το 2013, επικρατεί ασάφεια ως προς τον τρόπο υπολογισμού του πλαφόν τους (δεδομένου ότι δεν υπήρχαν γι’ αυτούς δεδομένα για το έτος 2013) καλέσαμε – για λόγους διαφάνειας – τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ να μας γνωρίσει βάσει ποιας μεθόδου υπολογισμού καθορίστηκε το δικό τους ατομικό όριο δαπανών, καθώς επίσης να μας ενημερώσει αν υπήρξαν τυχόν παρεκκλίσεις και εξαιρέσεις από τους υπολογισμούς αυτούς και με βάση ποια κριτήρια. Παρ’ όλα αυτά μέχρι σήμερα δεν έχουμε λάβει καμία απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματά μας σχετικά με τις ανωτέρω καταγγελίες, οι οποίες αν τυχόν ευσταθούν, δημιουργούν υποψίες τέλεσης, των ποινικών αδικημάτων της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία (256 ΠΚ) και της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ) ή και τυχόν άλλων αδικημάτων, εκ μέρους των υπευθύνων των ανωτέρω πράξεων και παραλείψεων,  που ζημιώνουν σφόδρα τους εργαστηριακούς ιατρούς που συμβάλλονται με τον ΕΟΠΥΥ.

              Σε κάθε περίπτωση όμως, θα πρέπει να τονιστεί ότι η καθυστερημένη ανακοίνωση των ατομικών ανώτατων ορίων δαπανών, μετά τη λήξη της περιόδου την οποία αυτά αφορούν, σημαίνει ότι κατά τον χρόνο, που οι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΥΥ ιατροί παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς τους ασφαλισμένους του Οργανισμού, δε γνωρίζουν το όριο δαπάνης που τους αναλογεί με αποτέλεσμα να προβαίνουν σε υπερβάσεις, τις οποίες τελικά δεν πρόκειται να πληρωθούν, κι επομένως επιβαρύνονται οι ίδιοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως, η εκ των υστέρων ανακοίνωση μηνιαίων ατομικών ορίων που ισχύουν αναδρομικά, δεν επιτρέπει στους συμβεβλημένους ιατρούς να χρησιμοποιήσουν τα όρια αυτά ως οδηγό ως προς το ύψος των εξετάσεων που δύνανται να πραγματοποιήσουν, αλλά αντιθέτως, δεδομένου ότι βάσει της σύμβασης με τον Οργανισμό σας δεν επιτρέπεται στους συμβεβλημένους ιατρούς η άρνηση διενέργειας συνταγογραφημένης εξέτασης, η αναδρομική επιβολή των ορίων αυτών έχει τελικά το χαρακτήρα μονομερώς επιβληθείσης περικοπής εις βάρος των παρόχων, ενάντια στο πνεύμα του νόμου αλλά και στη ίδια τη λογική του πλαφόν.

Προπάντων όμως, η αρχική ανακοίνωση των ατομικών ορίων δαπανών και η εκ των υστέρων τροποποίηση και περαιτέρω μείωση αυτών, έχει ως αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση και ανατροπή του προϋπολογισμού λειτουργίας των εργαστηρίων, δεδομένου ότι βάσει των ανωτέρω ορίων υπολογίζονται τα ποσά αυτόματης επιστροφής (claw back), τα οποία ποσά, τελείως ξαφνικά κι ενώ έχουν ήδη γνωστοποιηθεί με τα σχετικά ειδοποιητήρια στους παρόχους, αυξάνονται, κατά παράβαση κάθε έννοιας καλής πίστης, ορθών συναλλακτικών ηθών και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση.

  • Εκτός των ανωτέρω, παρόλο που οι εργαστηριακοί ιατροί παρέχουν σε κάθε περίπτωση με ήθος και υψηλή αίσθηση ευθύνης τις υπηρεσίες τους προς τους ασθενείς – ασφαλισμένους του ΕΟΠΥΥ, ο τελευταίος παραμένει υπερήμερος απέναντί τους, ως προς την εξόφληση των οφειλομένων αμοιβών για τις διαγνωστικές υπηρεσίες τις οποίες παρείχαν.

Ειδικότερα, ο ΕΟΠΥΥ, οφείλει μέχρι σήμερα στους συμβεβλημένους εργαστηριακούς ιατρούς, τα κάτωθι δεδουλευμένα παρελθόντων ετών (πλην του 2015):

  • To 10% της αξίας των δεδουλευμένων εξετάσεων του έτους 2012

  • To 10% της αξίας των δεδουλευμένων εξετάσεων του έτους 2013

  • Τις δεδουλευμένες εξετάσεις των μηνών από Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2013

  • Τις δεδουλευμένες εξετάσεις των μηνών από Απρίλιο μέχρι Ιούνιο και από Νοέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2014

Μάλιστα η διοίκηση του ΕΟΠΥΥ, αν και δεν έχει καταβάλει ούτε ένα ευρώ έναντι των ανωτέρω αναφερόμενων οφειλών, προέβη παρανόμως και εικονικά σε υποτιθέμενη πληρωμή μέρους των ανωτέρω οφειλών, μέσω παράνομων, παράτυπων και αντισυμβατικών συμψηφισμών.

Συγκεκριμένα:

  • Οι εν λόγω συμψηφισμοί, σε πολλές περιπτώσεις, έλαβαν χώρα εκ μέρους του ΕΟΠΥΥ, κατά παράβαση προγενέστερων αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων των Διοικητικών Δικαστηρίων, οι οποίες μεταξύ άλλων απαγορεύουν τον εκ μέρους του ΕΟΠΥΥ συμψηφισμό των απαιτούμενων ποσών από τα rebate και τα clawback του έτους 2013.

  • Δυνάμει της Υ9/οικ.77307/14.8.2013 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΠΥ δύναται να συμψηφίζει το ποσό αυτόματης επιστροφής (claw back) υπό την προϋπόθεση ότι ο συμψηφισμός γίνεται «μόνο μεταξύ των επιστρεφόμενων ποσών από τους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας και εκκαθαρισμένων οφειλών του ΕΟΠΥΥ προς αυτούς, που δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου έτους.». Ομοίως δυνάμει της Υ9/οικ.91813/27.9.2013 ορίζεται ότι «ο ΕΟΠΥΥ δύναται να συμψηφίζει τα παραπάνω ποσά επιστροφής (rebate) με ισόποσες οφειλές του προς τους παρόχους, όπως αυτές προκύπτουν από τα νόμιμα παραστατικά τους και οι οποίες δημιουργήθηκαν εντός του ίδιου χρονικού διαστήματος.»

Εντούτοις, παρά τις ανωτέρω ρητές διατάξεις και κατά παράβαση αυτών η διοίκηση του ΕΟΠΥΥ προέβη παρανόμως σε συμψηφισμό υποτιθέμενων απαιτήσεών του από rebate και claw back των ετών 2013 και 2014 (τις οποίες ήδη αμφισβητούμε και εις βάρος των οποίων έχουμε ήδη προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια) με απαιτήσεις μας από δεδουλευμένες υπηρεσίες μας των ετών 2012 και 2013, οι οποίες κατά τα ανωτέρω δεν είχαν πληρωθεί και τις οποίες εμφανίζει σήμερα μέσω του συμψηφισμού ως εξοφληθείσες.

  • Στην Υ9/οικ.70521/14.8.2014 στην οποία ορίζεται ότι για τον υπολογισμό του συνολικού ποσού επιστροφής – claw back θα πρέπει να αφαιρεθούν από τις πραγματικές δαπάνες τα ποσά που αφαιρούνται εξαιτίας των ορίων δαπανών του ίδιου έτους. Ωστόσο, υπολογισμός των ανωτέρω ποσών, βάσει των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι αντίστοιχοι συμψηφισμοί, έγιναν εσφαλμένα, καθώς συνυπολογίστηκε μόνο το οριζόντιο claw back του πρώτου εξαμήνου του 2014, χωρίς να ληφθεί καθόλου υπόψη το αντίστοιχο claw back του δεύτερου εξαμήνου της ίδιας χρονιάς. Το τελευταίο μας ανακοινώθηκε, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά τον Νοέμβριο του 2014, χωρίς να ληφθεί κατά το χρόνο εκείνο υπόψη το ορθό όριο δαπανών, το οποίο μας γνωστοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2015, και το οποίο για το λόγο αυτό δεν ελήφθη υπόψη στον υπολογισμό του claw back του έτους 2014. Επομένως, η αντίστοιχη απαίτηση του ΕΟΠΥΥ εις βάρος μας, δεν έχει υπολογιστεί σωστά και είναι για το λόγο αυτό εσφαλμένη κι επομένως αντίστοιχα εσφαλμένος και παράνομος είναι ο συμψηφισμός αυτής με απαιτήσεις των παρόχων εις βάρος του ΕΟΠΥΥ, που έγινε προς οικονομική ζημία των συμβεβλημένων με τον Οργανισμό ιατρών.

  • Ο συμψηφισμός των υποτιθέμενων οφειλών των παρόχων προς τον ΕΟΠΥΥ από rebate και claw back (τα οποία είναι μικτά) έγινε με ποσά οφειλών του ΕΟΠΥΥ προς τους παρόχους από τα οποία είχαν ήδη αφαιρεθεί οι κρατήσεις και οι φόροι, ήταν δηλαδή, καθαρά. Κατ’ αυτό τον τρόπο εκτός του γεγονότος ότι οι απαιτήσεις δεν ήταν ομοειδείς ώστε νόμιμα να υπόκεινται σε συμψηφισμό, ο κατ’ αυτό τον τρόπο παράνομος συμψηφισμός καθαρών και ακαθάριστων απαιτήσεων, οδηγεί στην πράξη σε λογιστική αύξηση του ύψους των rebate και claw back, σε σχέση με αυτά που αρχικά ανακοινώθηκαν από τον ΕΟΠΥΥ, προς οικονομική ζημία των ιατρών.

  • Παράλληλα και σε συνέχεια των προηγουμένων, όπως προκύπτει και από τις σχετικές φορολογικές βεβαιώσεις και τις αντίστοιχες «καταστάσεις κρατήσεων τιμολογίων προμηθευτών» εμφανίζονται όλως εσφαλμένως οι πάροχοι να έχουν εισπράξει ποσά, τα οποία αντιστοιχούν σε παρακρατήσεις φόρου αλλά και κρατήσεις 3% υπέρ ΜΤΠΥ, οι οποίες όμως κρατήσεις υπολογίστηκαν επί των αρχικών τιμολογηθέντων ποσών τα οποία όμως τελικά ποτέ δε καταβλήθηκαν ούτε και θα καταβληθούν στους παρόχους! Κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται παρακράτηση φόρου και κρατήσεων επί ποσών μεγαλύτερων από αυτά που πραγματικά έλαβαν οι πάροχοι, ενώ αντίστοιχα και το ΜΤΠΥ, εισπράττει από τους παρόχους χρήματα τα οποία οι τελευταίοι δεν του οφείλουν.

Όλα τα ανωτέρω, που αποδεικνύουν το παράνομο των ανωτέρω συμψηφισμών προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από τη συγκριτική μελέτη των χορηγηθέντων από τον ΕΟΠΥΥ σε κάθε συμβεβλημένο ιατρό i) βεβαιώσεων παρακρατηθέντος φόρου, ii) καταστάσεων κρατήσεων τιμολογίων προμηθευτών και iii) καταστάσεων ταμειακών παραστατικών (σχετ. 4, 5 και 6 αντίστοιχα). Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τα ανωτέρω προσκομιζόμενα έγγραφα που αφορούν συγκεκριμένο τυχαίο συμβεβλημένο ιατρό, ο ιατρός λαμβάνει από τον ΕΟΠΥΥ βεβαίωση για φορολογική χρήση ότι εισέπραξε 181.337,98€ ενώ στην ουσία έχει εισπράξει 59.043,88€ και του παρακρατήθηκε φόρος 36.267,61€ με αποτέλεσμα ο ιατρός αφενός φορολογείται για 80.841,33€ που ουδέποτε εισέπραξε και αφετέρου να του αφαιρούνται 29958.70€ από τις οφειλές του ΕΟΠΥΥ προς αυτόν σαν επιπρόσθετη πρακράτηση φόρου και σαν εισφορές υπέρ ΜΤΠΥ. Συγκεκριμένα,  για τιμολογημένο ποσό 181.337,98€ προς τον ΕΟΠΥΥ, ο τελευταίος οργανισμός παρακράτησε και απέδωσε, για λογαριασμό του συγκεκριμένου ιατρού φόρο 20% ήτοι 36.267,61€. Το ποσό αυτό προκύπτει και από την αντίστοιχη κατάσταση κρατήσεων τιμολογίων προμηθευτών, από την οποία ταυτόχρονα προκύπτει ότι επί του ίδιου σχεδόν αυτού ποσού των 181.735,74€ (υπάρχει μία μικρή απόκλιση του συνολικού ποσού μεταξύ των δύο εγγράφων, παρόλο που αναφέρεται το ίδιο ποσό παρακρατούμενου φόρου), παρακρατήθηκε και ποσοστό 3% υπέρ Μ.Τ.Π.Υ. 5.452,06€. Παρά τα ανωτέρω όμως, από την κατάσταση ταμειακών παραστατικών προκύπτει, ότι από το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό στην πραγματικότητα ο ΕΟΠΥΥ κατέβαλε μόνο ποσό 59.043,88€. Τα υπόλοιπα 80.841,33€ τα κατέβαλε εικονικά, μέσω παράνομου κατά τα ανωτέρω λογιστικού συμψηφισμού, με τις υποτιθέμενες εις βάρος του συγκεκριμένου ιατρού απαιτήσεις από rebate 2013 και claw back 2013 και 2014, όπως προκύπτει από την κατάσταση συμψηφισθέντων ποσών εντός του έτους 2014 (σχετ. 7). Μάλιστα, το claw back του έτους 2014, το υπολογίζει εσφαλμένως με βάση το αρχικό ειδοποιητήριο από 18.11.2014 (σχετ. 8) παρόλο που εκ των υστέρων ο ΕΟΠΥΥ προέβη μονομερώς, παράνομα και αναδρομικά σε διόρθωση αυτού την 2.7.2015 (σχετ. 9) [προσκομίζουμε σχετικά και το ειδοποιητήριο για rebate και claw back του έτους 2013 (σχετ.10)] Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο ΕΟΠΥΥ το αρχικώς τιμολογημένο ποσό από κάθε συμβεβλημένο ιατρό, όχι μόνο το μείωνε αυθαίρετα μέσω των rebate και των claw back, αλλά επιπλέον τα ποσά αυτά των rebate και claw back, που αφορούν ποσά ακαθάριστα τα συμψηφίζει με καθαρές απαιτήσεις των ιατρών, οι οποίες έχουν ήδη υποστεί κρατήσεις. Έτσι στην περίπτωση του συγκεκριμένου ιατρού, ενώ το αρχικώς τιμολογημένο ποσό ανέρχεται σε 181.735,74€, ο ΕΟΠΥΥ του αφαιρεί μέσω rebate και claw back 80.841,33€. Παρ’ όλα αυτά ο ΕΟΠΥΥ προβαίνει σε παρακρατήσεις και αντίστοιχες αποδώσεις επί του αρχικώς τιμολογημένου ποσού 181.735,74€, παρόλο που αυτό δεν αποτελεί το πραγματικό εισόδημα του ιατρού. Κατ’ αυτό δε τον τρόπο 3% επί του ανωτέρω αρχικώς τιμολογημένου ποσού παρανόμως παρακρατάται και αποδίδεται υπέρ Μ.Τ.Π.Υ., χωρίς αυτό πραγματικά να οφείλεται, προς οικονομική ζημία των ιατρών που συμβάλλονται με τον ΕΟΠΥΥ. Φυσικά το αυτό συμβαίνει και με την παρακράτηση του 20% για το φόρο εισοδήματος, το οποίο φυσικά υπολογίζεται και πάλι παρανόμως σε ποσό μεγαλύτερο από αυτό που καταβάλει ο ΕΟΠΥΥ σε κάθε συμβεβλημένο ιατρό. Ασφαλώς, την ίδια πρακτική, που αποτυπώνεται από το τυχαίο παράδειγμα του ανωτέρω ιατρού και από τα ανωτέρω έγγραφα, εφαρμόζει ο ΕΟΠΥΥ στο σύνολο των συμβεβλημένων ιατρών.

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, οι σχετικοί συμψηφισμοί στους οποίους μονομερώς προέβη η Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ, είναι απολύτως παράνομοι και αντισυμβατικοί, προς μεγάλη οικονομική ζημία των συμβεβλημένων ιατρών του ΕΟΠΥΥ, θα πρέπει δε να ερευνηθεί αν η πραγματοποίηση τους πληροί εκ μέρους της Διοίκησης του ΕΟΠΥΥ και παντός άλλου υπευθύνου, το πραγματικό των ποινικών αδικημάτων της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία (256 ΠΚ) και της παράβασης καθήκοντος (259 ΠΚ) ή και τυχόν άλλων αδικημάτων.

Επειδή, όπως προαναφέρθηκε έχουμε ήδη απευθύνει προς τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ την από 20.7.2015 εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση – δήλωση σχετικά με τα ανωτέρω αναφερθέντα ζητήματα, χωρίς μέχρι σήμερα να λάβουμε την οποιαδήποτε απάντηση εκ μέρους του ΕΟΠΥΥ.

Επειδή, υπάρχουν σοβαρότατες και βάσιμες ενδείξεις ότι έχουν τελεστεί εις βάρος των συμβεβλημένων με τον ΕΟΠΥΥ ιατρών – μελών του Συνδέσμου μας, αξιόποινες πράξεις που η προανάκριση θα αποκαλύψει.

Επειδή, η παρούσα μηνυτήρια αναφορά μας είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, ο δε Σύνδεσμός μας έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για την κατάθεση και υποστήριξή της, καθόσον εκ του καταστατικού του προωθεί, υπερασπίζει και εκφράζει τις απόψεις όλων των εργαστηριακών ιατρών – μελών του.

Επειδή για την απόδειξη των ισχυρισμών μας προσκομίζουμε και επικαλούμαστε τα κάτωθι έγγραφα:

  • Το από 24.10.2014 καταστατικό του συνδέσμου με την επωνυμία «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΙΑΤΡΩΝ»/ «ΣΥΝ.ΕΡΓΑΣ.ΙΑ», το οποίο καταχωρήθηκε με αυξ. αριθ. 30535 στο βιβλίο σωματείων του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

  • Την Απόφαση Νο 1105 της Συνεδρίασης Δ. Συμβουλίου 200/15.12.2014 του ΕΟΠΥΥ (που δημοσιεύτηκε στην ΔΙΑΥΓΕΙΑ με ΑΔΑ:7ΤΣΞΟΞ7Μ.

  • Το από 20.7.2015 εξωδίκου του Συνδέσμου μας προς τη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ.

  • Τη βεβαίωση παρακρατηθέντος φόρου του έτους 2014, που χορήγησε ο ΕΟΠΥΥ σε συγκεκριμένο συμβεβλημένο ιατρό.

  • Την κατάσταση κρατήσεων τιμολογίων προμηθευτών του έτους 2014, που χορήγησε ο ΕΟΠΥΥ στον ίδιο ως άνω ιατρό.

  • Την καταστάσεων ταμειακών παραστατικών του έτους 2014, που χορήγησε ο ΕΟΠΥΥ στον ίδιο ως άνω ιατρό.

  • Την κατάσταση συμψηφισθέντων ποσών εντός του έτους 2014, που χορήγησε ο ΕΟΠΥΥ στον ίδιο ως άνω ιατρό.

  • Το από 18.11.2014 ειδοποιητήριο του ΕΟΠΥΥ με θέμα «Ποσό αυτόματης επιστροφής (“claw back”) και ποσό επιστροφής (“rebate”) έτους 2014».

  • Το από 2.7.2015 ειδοποιητήριο του ΕΟΠΥΥ με θέμα «Βεβαίωση ποσού αυτόματης επιστροφής (“claw back”) και ποσού επιστροφής (“rebate”) έτους 2014».

  •  Το από 28.5.2014 ειδοποιητήριο του ΕΟΠΥΥ με θέμα «Ποσό αυτόματης επιστροφής (“claw back”) και ποσό επιστροφής (“rebate”) έτους 2013».

  • Πρακτικό του Δ.Σ. του Συνδέσμου, για παροχή εξουσιοδότησης προς τον Δικηγόρο Αντώνιο Βαγιάνο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μας.

ΖΗΤΑΜΕ

Να ερευνηθούν οι ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες της Διοίκησης του ΕΟΠΥΥ και να ερευνηθεί αν αυτές πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω αναφερομένων ή και άλλων ποινικών αδικημάτων, που τελέστηκαν εις βάρος των συμβεβλημένων με τον ΕΟΠΥΥ ιατρών, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά της Διοίκησης του ΕΟΠΥΥ καθώς και κατά παντός άλλου τυχόν υπευθύνου ή υπευθύνων προσώπων που θα διακριβωθούν από την προανάκριση.

Επισυνάπτουμε όλα τα αναφερόμενα στο ιστορικό της παρούσας έγγραφα

Αντίκλητό μας και πληρεξούσιο δικηγόρο μας διορίζουμε τον δικηγόρο Αθηνών, Αντώνιο Βαγιάνο (ΑΜΔΣΑ 26892), κάτοικο Αθηνών, οδός Δημ. Σούτσου αρ. 48, τηλ. 210 – 3833145.

                                                                            Αθήνα, 27 Ιουλίου 2015

                                                                                    Ο καταγγέλλων

                                                                                      Συν. Εργασ. Ια