Σατυρικά ποιήματα Α. Μπιτσώρη

 

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΦΥΛΟΥ

Μία βδομάδα έλειψα

από τη γειτονιά μου

τα πάνω κάτω ήρθανε

Χριστέ και Παναγιά μου!

Το ¨φυλονομοσχέδιο¨

 είχε μεσολαβήσει

που λέει πως δεν ταυτίζεται

¨εξώφυλο¨και ¨φύση¨.

Ερχόμενος αντίκρισα

το μουστακλή μπακάλη,

φορούσε φούστα κλαρωτή

περούκα στο κεφάλι.

Μια καλλονή γειτόνισσα

-άντρες είχε κολάσει-

μου λέει ¨από δω και μπρος

μ’ αποκαλείς Θανάση¨.

Ο φίλος μου, ο κολλητός

-αρσενικό με βούλα;-

έκρυβε, είπε, μέσα του

πάντα μια Σπυριδούλα.

Το βράδυ στο συζυγικό

έπεσα το κρεβάτι•

γουλί η γυναίκα, φόραγε

χλαμύδα αλλά Σωκράτη.

Τι Σόδομα και Γόμορρα•

τρέχω στην εκκλησία

από τον ιερέα μου

να πάρω ευλογία,

και βλέπω τον πνευματικό

καλογριά ντυμένη

με μάσκα, με κραγιόν και ρουζ

να ’ναι μπογιατισμένη.

Μου λέει: ¨η αρχιμανδρίτισσα

θα ’ρθεί στη λιτανεία

να βγω αμακιγιάριστη

να κάνω λειτουργία;¨.

Κοίταξα προς τον ουρανό

κι είπα συλλογισμένη

πού ήμασταν τόσοι πολλοί

Θεούλη μου, κρυμμένοι; 

 

ΤΟΥΣ  ΠΑΠΥΡΟΥΣ

Τους πάπυρους, τους πάπυρους! Τι εφιάλτης Δία

αιώνες μες στον ύπνο μου η ίδια τραγωδία.

Τους πάπυρους, τους πάπυρους απ’ τη βιβλιοθήκη

βρείτε μια κρύπτη ρε παιδιά, μια υπόγεια αποθήκη.

Τους πάπυρους, τους πάπυρους και μέλη αγαλμάτων

καίγεται το Σεράπειο, το θαύμα των θαυμάτων.

Τους πάπυρους, τους πάπυρους και τον πολιτισμό μας

περιέχουν το απόσταγμα της σκέψης των σοφών μας.

Τους πάπυρους, τους πάπυρους, περγαμηνές, μνημεία

των βάρβαρων φανατικών κατέστρεψε η μανία.

 

ΩΣ  ΤΩΡΑ

  Στον Τάκη Αντωνίου

 

Άνισες μάχες στη ζωή

ως τώρα έχω δώσει

για αξίες και ιδανικά

σημαίες έχω υψώσει.

 

Απ’ όλα όμως τα μέτωπα

γύρισα νικημένος

με χάσκοντα, διαμπερή

τραύματα φορτωμένος.

 

Μα ακόμα – γιατί αγνοώ

το μέλλον τι θα γράψει –

κανένας απ’ τους νικητές

δε μ’ έχει υποτάξει.

 

ΕΡΓΑ  ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

 

Απ’ όλα όσα οι άνθρωποι

ως τώρα έχουν φτιαγμένα

εγώ αγαπάω τα έργα τους

τα μεταχειρισμένα.

 

Φόρμες παλιές, ευγενικές

μ’ αγάπη δουλεμένα

τόσων αιώνων μυστικά

κρατάνε φυλαγμένα.

 

Μπαλκόνια, στάμνες, σιδεριές

μπακίρια, λαμπογυάλια

λιθόστρωτα που γυάλισαν,

τσαρούχια και σαντάλια.

 

Ντουβάρια από τα κτίρια

που κρύβουνε ακόμα

αναλογίες όμορφες

σα γυμνασμένο σώμα.

 

Κομμάτια από αγάλματα

θαρρείς και ζωντανεύουν

γλύπτες, τεχνίτες και βοηθοί

μπροστά μου τα σμιλεύουν.

 

ΤΟ  ΦΑΝΑΡΙ  ΤΟΥ  ΔΙΟΓΕΝΗ

 

Είσαι πλέον ασπρομάλλης

τα χαρτιά σου υπομάλης

την ασχήμια ζωγραφίζεις

τα στραβά τα σατιρίζεις.

 

Δυο χιλιάδες χρόνια πίσω

έψαχνε ο Χριστός το ίσο

πιο παλιά κι ο Διογένης

μα εσύ τι επιμένεις;

 

Όταν είχες γέρο νιάτα

τα μυαλά σου τα φευγάτα

πίστευαν με αρμονία

θα φτιαχτεί η κοινωνία.

 

Πάλεψες αλλά εις μάτην

πώς κατάντησες για δαύτην

να κρατάς βρε ασπρογένη

το φανάρι του Διογένη.