Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ *

Το θέμα της ομιλίας είναι η Ψυχολογία της Παχυσαρκίας. Θα αρχίσω με τη γνώμη του Αριστοτέλη ο οποίος πίστευε και δίδασκε ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι η μορφή του σώματος. Το βασικό στοιχείο της ψυχής είναι ότι κάνει το σώμα ένα οργανικό σύνολο, έχοντας ενότητα σκοπού. Κατά τον φιλόσοφο Bertrand Russel, η ατομικότητα του ανθρώπου συνδέεται με το σώμα και την παράλογη ψυχή, ενώ η λογική ψυχή ή νους είναι θεία και απρόσωπη.

Αλλά και στη χριστιανική ορθόδοξη πίστη μας, το σώμα είναι ο ναός της ψυχής μας. Κατά την ψυχανάλυση το σώμα του ατόμου σχηματίζεται από τις ενστικτώδεις ορμές του. Μετά τη γέννηση του παιδιού το πρώτο στάδιο της ψυχοσυναισθηματικής του ανάπτυξης είναι το στοματικό. Αρχίζει με τη γέννηση του παιδιού και διαρκεί περίπου 18 μήνες. Κατ’ αυτό το στάδιο, τις πρώτες εβδομάδες, η διατροφή είναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή του παιδιού. Στην περίοδο αυτή το στόμα και η γύρω του περιοχή, αποτελούν το σημαντικότερο σημείο του σώματος του. Ο θηλασμός στο στήθος της μητέρας και η εισροή της τροφής στο στόμα προκαλούν στο παιδί μεγάλη ευχαρίστηση και η επιθυμία του να συνεχιστεί και να επαναληφθεί αυτή η ευχαρίστηση υπάρχει ακόμη και όταν το παιδί έχει χορτάσει.

Σύντομα ανακαλύπτει πως βυζαίνοντας το δάχτυλο του μπορεί και πάλι να προσφέρει στον εαυτό του την ευχαρίστηση αυτή, ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής και από το πρόσωπο που το τρέφει.

Την περίοδο αυτή, η ηδονική δραστηριότητα του στόματος δεν περιορίζεται μόνο στη λήψη τροφής και στην πιπίλα. Το παιδί συμπεριφέρεται σαν να ήθελε να γνωρίσει με το στόμα του κάθε τι που μπορεί να του είναι προσιτό. Δαγκώνει, γλύφει, και δοκιμάζει όλα τα αντικείμενα που μπορεί να αγγίξει, ιδιότητες ανεπιθύμητες βέβαια για τους ενήλικους του περιβάλλοντος του, μια και έτσι δυσκολεύεται πολύ η διατήρηση της καθαριότητας και δημιουργούνται πολλοί κίνδυνοι για την υγεία του. Αυτή η προτίμηση του στόματος ως πηγή ευχαρίστησης διαρκεί περίπου 18 μήνες ή και περισσότερο.

Σχετικά γράφει ο S. Freud, ο πατέρας της ψυχανάλυσης, σε κάποια εργασία του. «Η εκμύζηση και το πιπίλισμα που παρουσιάζονται ήδη στο βρέφος και είναι δυνατόν να επιζήσουν μέχρι της εφηβικής ηλικίας, μερικές δε φορές και σ’ ολόκληρη τη ζωή, συνίστανται από μια ρυθμικά επαναλαμβανόμενη κίνηση των χειλιών και η οποία δεν έχει ως σκοπό την αναρρόφηση κάποιας τροφής. Ένα τμήμα των χειλιών, η γλώσσα, μια άλλη περιοχή του δέρματος, πολλές φορές ο αντίχειρας, καθίστανται αντικείμενα εκμύζησης».

Φαίνεται καθαρά πως το παιδί, όταν πιπιλάει, αναζητάει σ’ αυτή την πράξη κάποια ευχαρίστηση. Αρχικά η ευχαρίστηση αυτή ήταν συνδεδεμένη με τον κορεσμό της πείνας, με μια δηλαδή λειτουργία η οποία χρησιμεύει στη διατήρηση της ζωής, από την οποία διαχωρίζεται και ανεξαρτητοποιείται πολύ αργότερα.

Και συνεχίζει ο S. Freud. «Όλα τα παιδιά δεν πιπιλάνε. Μπορεί κανείς να υποθέσει πως το ιδίωμα αυτό συναντάται στα παιδιά στα οποία η αισθαντικότητα της ζώνης των χειλιών είναι κληρονομικά πολύ ανεπτυγμένη. Εάν η αισθαντικότητα αυτή επιμείνει, το παιδί αυτό θα έχει κλίση προς το ποτό και το κάπνισμα όταν μεγαλώσει. Εάν όμως η αισθαντικότητα αυτή δεν επιμείνει αλλά για κάποιους λόγους απωθηθεί, τότε το παιδί θα δοκιμάσει αποστροφή για τις τροφές και θα παρουσιάσει ανορεξία και ίσως και εμετούς. Πλήθος γυναικών, τις οποίες θεράπευσα, γράφει ο Freud και οι οποίες υπέφεραν από διαταραχές ανορεξίας, υστερικό φούσκωμα, αίσθημα σφιξίματος στο λαιμό, εγκεφαλικούς ιλίγγους, είχαν επιδοθεί με πάθος στην εκμύζηση κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας». Εν συνεχεία το παιδί μεγαλώνει, περνάει από άλλα στάδια ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης και ξεχνάει ή απωθεί τις ευχαριστήσεις και τις εικόνες του στοματικού σταδίου.

Στην ψυχική ζωή, όμως, τίποτε που είχε διαμορφωθεί πριν δεν μπορεί να εξαφανιστεί, όλα διατηρούνται κατά κάποιον τρόπο, και κάτω από κατάλληλες συνθήκες, πχ. με μια εκτεταμένη επαναστροφή, μπορούν να εμφανιστούν πάλι στο προσκήνιο. Έτσι, λοιπόν, απωθημένες επιθυμίες κατά το στοματικό στάδιο μπορεί να επανέρχονται στη ζωή του ανθρώπου σε οποιαδήποτε ηλικία και να προκαλούν ανορεξία, ή υπερφαγία, ή τάση για κάπνισμα ή για ποτά.

Κατά το στοματικό, στάδιο το παιδί σε σχέση με τη μητέρα παρουσιάζει φαντασιώσεις μέσα από εικόνες μύζησης και απορρόφησης. Το στήθος της μητέρας είναι η θεμελιώδης εικόνα; Με το στήθος εκφράζεται το σύνολο όλων των ικανοποιήσεων και όλων των φόβων του παιδιού. Με αυτό το παιδί παίρνει τη ζωή, την τροφή, την αγάπη, την ζεστασιά από την καλή μητέρα, ενώ από την ακατάλληλη μητέρα παίρνει την ανασφάλεια και την απόρριψη.

Γι’ αυτό ο θηλασμός και ο απογαλακτισμός χρειάζονται μεγάλη προσοχή. Γνωρίζουμε τον μεγάλο αριθμό των παιδιών που πιπιλίζουν το δάχτυλο τους για να παρηγορηθούν ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες από το σύνηθες. Διάφοροι αδέξιοι χειρισμοί από τους γονείς, κυρίως από την μητέρα και γενικά από το περιβάλλον, κατά την ανατροφή του παιδιού στο στάδιο αυτό, προκαλούν διάφορες διαταραχές και καθηλώσεις, οι οποίες απωθούνται στο ασυνείδητο, δηλαδή περιπίπτουν σε αμνησία.

Αυτές οι απωθήσεις και οι καθηλώσεις εάν ευνοηθούν από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να γίνουν τα θεμελιώδη αίτια τα οποία προκαλούν στον άνθρωπο διάφορες συμπεριφορικές συνήθειες ή διαταραχές γύρω από την πρόσληψη της τροφής, όπως πχ. υπερφαγία ή ανορεξία.

Υπάρχει γενικά η εντύπωση ότι τα παχύσαρκα άτομα παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες στη συμπεριφορά τους. Σύμφωνα με την κοινή γνώμη οι παχύσαρκοι είναι χαρούμενα και καλοπροαίρετα άτομα. Απολαμβάνουν γενικά τη ζωή, όπως και το καλό και πλούσιο φαγητό. Είναι δηλαδή Bons Vineurs. Αυτή η δημοφιλής γνώμη μπορεί να ισχύει για ένα μεγάλο αριθμό ενηλίκων παχύσαρκων, όμως δεν ισχύει για το παχύσαρκο παιδί και τον παχύσαρκο έφηβο. Αντιθέτως, τα παχύσαρκα παιδιά είναι βασικά δυστυχή και δυσπροσάρμοστα. Ντροπαλά, αποτραβηγμένα, βραδυκίνητα. Είναι εκτεθειμένα στις κοροϊδίες και τα πειράγματα των άλλων παιδιών. Αποφεύγουν πολλά παιχνίδια και ασκήσεις. Γενικά η παχυσαρκία επηρεάζει την κοινωνική ζωή του παιδιού.

Η ιδιαίτερη συμπεριφορά των παχύσαρκων παιδιών συνίσταται σε κάποια ανωριμότητα του χαρακτήρα, υπερεξάρτηση από τους γονείς κυρίως από τη μητέρα, και μειωμένη επιθετικότητα. Μελέτες γύρω από τους γονείς των παχύσαρκων παιδιών, έδειξαν ότι πολλοί πατέρες ευρέθησαν ότι ήσαν αδύναμοι και μαλακοί, παθητικοί γενικά, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Ήσαν ανίκανοι να δώσουν θετικές κατευθύνσεις στα παιδιά τους.

Οι μητέρες γενικά των παχύσαρκων παιδιών είναι κυριαρχικές στη ζωή και στην οικογένεια. Προσπαθούν να δημιουργήσουν για τα παιδιά τους μια εύκολη ζωή την οποία αισθάνονται ότι αυτές δεν είχαν, και ότι είχαν στερηθεί την αφθονία την οποία θέλουν να δώσουν στα παιδιά τους. Δίνουν δε ιδιαίτερη έμφαση στην παροχή τροφής. Εν τούτοις, αυτή η έκφραση αγάπης και αφοσίωσης δεν μπορεί να κρύψει την υποκείμενη ανασφάλεια, κτητικότητα, και συχνά επιθετικότητα της μητέρας προς το παιδί.

Η μητέρα έχει επείγουσα ανάγκη να κρατάει το παιδί εξαρτημένο και να κατέχει την αγάπη του και την αφοσίωση του αποκλειστικά. Δυσαρεστημένη και απογοητευμένη από τη συζυγική της ζωή, επικεντρωμένη στο σπίτι της και στο παιδί της, περιμένοντας να πάρει προσωπική ικανοποίηση στις φιλοδοξίες της.

Κρατώντας το παιδί της σε στενή προσωπική επαφή και συνεχώς καθοδηγώντας το, το ανατρέφει ώστε αυτό να επιζητεί την διαρκή προσοχή της. Έτσι το εμποδίζει να αναπτύξει την προσωπική του ανεξαρτησία και να δημιουργήσει ικανοποιητικές σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο στον οποίο αυτή δεν βρήκε την ασφάλεια.

Η μελέτη της οικογένειας των παχύσαρκων παιδιών αναδεικνύει την ύπαρξη παραγόντων, οι οποίοι προκαλούν επιβράδυνση της προσωπικής ανάπτυξης του παιδιού και οδηγούν σε ελαττωμένη δραστηριότητα και υπερφαγία. Το σπίτι δεν εκπλήρωσε τις βασικές του ανάγκες, δηλαδή να αγαπηθεί και να γίνει αποδεκτό για την προσωπική του αξία, όπως επίσης να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί σε αρμονία με τις ικανότητες του.

Η ανάπτυξη είναι μια ενεργητική λειτουργία. Είναι η δημιουργική δύναμη, η οποία διαφοροποιεί το ένα άτομο από το άλλο. Περιλαμβάνει για το παιδί σταθερές αλλαγές των δυνατοτήτων του και των προσωπικών του σχέσεων. Με την προοδευτική ωρίμανση γίνεται όλο και πιο αξιόπιστο, αναλαμβάνει υπευθυνότητες για τον εαυτό του και βρίσκει ικανοποίηση εκφράζοντας τις δημιουργικές ορμές του. Αυτή η ανάπτυξη είναι διαταραγμένη στο παχύσαρκο παιδί. Πρέπει να θεωρείται βασική αδυναμία στη συμπεριφορά του το γεγονός ότι δεν εξεγείρεται εναντίον της υπερβολικής προσφοράς τροφής και της παρατεταμένης υπερπροστασίας. Τα δέχεται ευχαρίστως γιατί η θεμελιώδης στάση του απέναντι στο περιβάλλον είναι να ζητάει συνεχώς. Παραδίνεται στη συνεχή και υπερβολική ικανοποίηση στο πρωτόγονο επίπεδο του στοματικού σταδίου, στο οποίο παλινδρομεί και είναι απρόθυμο να παραιτηθεί από τις ικανοποιήσεις και την ασφάλεια που παρέχει το στάδιο αυτό. Στην υπερφαγία το παχύσαρκο παιδί βρίσκει διέξοδο για την επιθετικότητα του και τα εχθρικά αισθήματα του. Είναι ένα όπλο με το οποίο αντιμετωπίζει ψυχοτραυματικές εμπειρίες, αποτυχίες και απογοητεύσεις.

Η παχυσαρκία στην παιδική ηλικία μπορεί, λοιπόν, να κατανοηθεί σαν μια διαταραχή της ωρίμανσης της συνολικής προσωπικότητας και σαν μια σωματική αποζημίωση για τις αντικρουόμενες δημιουργικές ορμές, ενώ το συνολικό μέγεθος του σώματος γίνεται το όργανο της έκφρασης της ψυχολογικής σύγκρουσης. Έτσι γίνεται σαφές γιατί τα παχύσαρκα παιδιά αντιδρούν στις προσπάθειες απώλειας βάρους, παρά τις μεγάλες δυσχέρειες που τους προκαλεί.

Αφενός μεν δεν θέλουν να χάσουν την ευχαρίστηση που τους προκαλεί η υπερφαγία, αφετέρου έχουν άγχος και φοβούνται ότι εάν αδυνατίσουν θα γίνουν μικρά και αδύναμα.

Μια συχνή ψυχολογική διαταραχή, την οποία εμφανίζουν τα παχύσαρκα παιδιά και οι έφηβοι είναι η διαταραχή της εικόνας του σώματος καθώς και η διαταραχή της εικόνας της μάζας του σώματος. Η έννοια εικόνα του σώματος σημαίνει ότι ένας μπορεί να βλέπει το σώμα του σαν μια εικόνα, η οποία έχει σχηματισθεί μέσα του σε συμφωνία με τις ενστικτώδεις στάσεις του.

Τα παχύσαρκα παιδιά που έχουν διαταραχή της εικόνας του σώματος, βλέπουν το σώμα τους εκφράζοντας δυσάρεστα συναισθήματα. Ενώ το μεγάλο μέγεθος του σώματος τους προκαλεί αισθήματα ασφάλειας και δύναμης. Συμβαίνει αρκετές φορές άτομα να έχουν χάσει αρκετό βάρος και να μην αντιλαμβάνονται την αλλαγή του σώματος τους, ακόμη και για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την απώλεια του βάρους.

Αυτό αποτελεί μια ασυνείδητη άρνηση ως προς την απώλεια του βάρους και της μάζας, που συμβολίζουν την ασφάλεια και τη δύναμη και έτσι το άτομο που δεν συνειδητοποίησε την απώλεια του βάρους και του μεγέθους του, αποφεύγει να αισθανθεί μικρός και αδύναμος.

 

Η παχυσαρκία, η οποία αρχίζει από την παιδική ηλικία και την εφηβεία, λέγεται νεανική, ενώ όταν αρχίζει μετά την ενηλικίωση λέγεται αντιδραστική. Πολλοί ερευνητές συμφωνούν ότι η υπερφαγία παριστά μια προσπάθεια ή να επιτύχει υποκατάστατη ευχαρίστηση, ή να ελαττώσει ανυπόφορο άγχος προερχόμενο από διάφορες συναισθηματικές συγκρούσεις.

Η υπερφαγία, λοιπόν μπορεί να σημαίνει ένα μέσον για τον παχύσαρκο:

 

1. Να ελαττώσει το άγχος, την ανασφάλεια, την ένταση, την ανησυχία, την αναποφασιστικότητα.

2. Να επιτύχει ευχαρίστηση, ικανοποίηση, επιτυχία.

3. Να ξεφύγει από την μονοτονία και από μια άδεια ζωή.

4. Να απαλλαγεί από τη σύγχυση, την αποστέρηση, την απογοήτευση.

5. Να επιτύχει κοινωνική επιτυχία και αποδοχή.

6. Να εκφράσει επιθετικότητα, η οποία μπορεί να είναι συνειδητή, ασυνείδητη ή απωθημένη. Η απωθημένη επιθετικότητα δημιουργεί άγχος το οποίο οδηγεί σε υπερφαγία.

7. Να ελαττώσει τα αισθήματα ανασφάλειας και κατωτερότητας.

8. Να εκφράσει διαμαρτυρία εναντίον κάποιας αρχής.

9. Να προσελκύσει προσοχή και φροντίδα.

 

10. Να αποφύγει τον συναγωνισμό στη ζωή.

11. Να ελαττώσει το άγχος από βρεφικές στοματικές ματαιώσεις.

12. Μπορεί να χρησιμεύσει σαν υποκατάστατο για αγάπη.

13. Η παχυσαρκία μπορεί για τον παχύσαρκο να σημαίνει δύναμη και κοινωνική αναγνώριση.

14. Η παχυσαρκία προκαλεί στον παχύσαρκο αισθήματα κατωτερότητας, ανεπάρκειας, και εντροπής. Αυτά τα αισθήματα μπορεί να χρησιμο­ποιηθούν για να δικαιολογήσουν όλες τις αποτυχίες στις διαπροσωπικές σχέσεις του. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθούν σαν δικαιολογία για να αποφύγει κοινωνικές επαφές.

15. Η υπερφαγία ή η τροφή μπορεί επίσης να συμβολίζει μια προσπάθεια να ελέγξει κάποια κατάθλιψη.

16. Ή να συμβολίζει μια πρόωρη διαταραχή της σχέσης μητέρας – παιδιού.

Από αυτά βλέπουμε ότι οποιαδήποτε συναισθηματική σύγκρουση μπορεί να καταλήξει στο σύμπτωμα της υπερφαγίας. Όταν υπάρχει το φαινόμενο της υπερφαγίας καταλήγει σε παχυσαρκία. Από αυτά τα οποία αναφέραμε προκύπτει ότι υπερφαγία και ανορεξία έχουν κοινά αρχέγονα ψυχοδυναμικά αίτια. Είναι σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις.

Βέβαια ποια όψη θα εμφανισθεί στο συγκεκριμένο άτομο εξαρτάται και από πολλούς άλλους παράγοντες ψυχολογικούς και μη. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη δυσκολία η οποία υπάρχει στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στους περισσότερους ανθρώπους. Επειδή για να την αντιμετωπίσουμε, εκτός από τις διαιτολογικές και φυσικές μεθόδους, πρέπει να επιδράσουμε με ψυχολογικές μεθόδους στα πιο αρχέγονα στάδια του ψυχισμού.

Κάποιος ειδικός ερευνητής της παχυσαρκίας γράφει: «Οι περισσότεροι παχύσαρκοι άνθρωποι δεν θα αρχίσουν θεραπεία, από αυτούς που θα αρχίσουν οι περισσότεροι δεν θα χάσουν βάρος και από αυτούς που θα χάσουν βάρος, οι περισσότεροι θα το ξαναπάρουν».

Πολλοί άλλοι παράγοντες εκτός από την ψυχολογική υπερφαγία την επηρεάζουν. Οι παράγοντες αυτοί είναι ενδοκρινολογικοί, φυσιολογικοί, φυσικοί, βιοχημικοί, βιολογικοί. Επίσης, τελευταία, ενοχοποιείται κάποιο γονίδιο το οποίο προκαλεί προδιάθεση για παχυσαρκία. Η παχυσαρκία θεωρούμενη νόσος πολυπαραγοντική είναι ένας πολύ σοβαρός παράγοντας κινδύνου για επικίνδυνες καταστάσεις και ασθένειες όπως υπέρταση, χοληστεριναιμία, σακχαρώδης διαβήτης, καρδιοαγγειακά νοσήματα, πνευμονοπάθειες, αρθροπάθειες, χολολιθίαση, διαταραχές ύπνου, και άλλα. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι είναι μια επικίνδυνη κατάσταση η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Είναι γεγονός ότι η παχυσαρκία αυξάνεται με την ηλικία, κυρίως κατά την μέση ηλικία αυξάνεται το βάρος του σώματος. Η κυριότερη αιτία είναι ότι μετά τη μέση ηλικία περιορίζεται σημαντικά η κινητική δραστηριότητα του ατόμου και επομένως ελαττώνεται η κατανάλωση ενέργειας, δηλαδή θερμίδων.

Κοινωνικοί παράγοντες επίσης την επηρεάζουν. Η παχυσαρκία είναι συχνότερη στις τάξεις με χαμηλότερο εισόδημα με αισθητά μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες.

 

Θεραπεία

Η θεραπεία της παχυσαρκίας συνίσταται: 1) Σε ειδική δίαιτα, 2) Σε κινητική δραστηριότητα. Με αυτά ασχολούνται ενδοκρινολόγοι, διαιτολόγοι και τα ειδικά κέντρα αδυνατίσματος και 5ΡΑ τα οποία κάνουν πολύ καλή δουλειά.

Ένας τρίτος θεραπευτικός παράγοντας για τον οποίον θα σας μιλήσω ιδιαίτερα και ο οποίος είναι καθοριστικός γιατί αυτός θα βοηθήσει τους παχύσαρκους να συμμορφωθούν συνειδητά με τη δίαιτα και την κινητική δραστηριότητα, είναι η ψυχολογική ενδυνάμωση ή εμψύχωση η οποία γίνεται σε ομάδες. Διεθνώς αποκαλείται GROUP THERAPY. Θα σας περιγράψω τον τρόπο με τον οποίον εφαρμόζεται αυτή η μέθοδος σε ομάδες αποτελούμενες από φυσιολογικά από ψυχικής απόψεως παχύσαρκα άτομα.

Η αναλυτική ψυχολογική προσέγγιση της ομάδας προσφέρει τη δυνατότητα να διερευνήσει τις ψυχολογικές άμυνες των ατόμων και να επιδράσει σε αρκετό ψυχολογικό βάθος ώστε:

 

1. Να βελτιώσει τη γενική προσαρμογή και την συναισθηματική ευεξία των ατόμων.

2. Τα συμμετέχοντα άτομα να χάσουν βάρος σαν αποτέλεσμα της αναλυτικής προσέγγισης.

3. Οι παχύσαρκοι θα χρησιμοποιήσουν ευσυνείδητα και σχολαστικά όλες τις διαθέσιμες μεθόδους, όπως διαιτητική αγωγή, μασάζ, γυμναστική, θεραπεία χαλάρωσης κ.λ.π. συγχρόνως με την Group Therapy.

 

Σας περιγράφω μια Group Therapy από ένα group αποτελούμενο από 6 γυναίκες ηλικίας από 38 – 54 ετών με ένα μέσο όρο 45. Όλες ανήκαν στη μέση εισοδηματική τάξη. Τρεις ήσαν παντρεμένες, δύο διαζευγμένες και μία εν διαστάσει. Ο μέσος όρος του βάρους πάνω από το φυσιολογικό ήταν 20 και. Όλες είχαν κάνει στο παρελθόν πάνω από 3 απόπειρες να αδυνατίσουν, χωρίς Group Therapy, αλλά απέτυχαν. Και οι έξι έδειχναν ενδιαφέρον για την εμφάνιση τους γενικά, για την ενδυμασία τους, για το χτένισμα τους, για την περιποίηση του προσώπου τους.

Είχαν πάρει όλες τα παραπανίσια κιλά σαν ενήλικες και ήθελαν να τα χάσουν με τη βοήθεια της ομαδικής ψυχολογικής ενδυνάμωσης. Οι συνεδρίες εγένοντο μια φορά την εβδομάδα, κάθε Παρασκευή, ώστε να μεσολαβεί το Σαββατοκύριακο και να ξεκουράζονται. Τα μέλη του group μπορούσαν να συζητούν ο,τιδήποτε ήθελαν, όνειρα, ονειροπολήσεις, φαντασίες, διάφορα συναισθήματα. Ακολου­θούσαν διαιτητική αγωγή από κάποιο διαιτολόγο και έκαναν γυμναστική.

Κατά τη διάρκεια των συνεδριών διαρκείας δύο ωρών εκάστη, οι γυναίκες έδειχναν ότι τις ευχαριστούσε να είναι μέλη του group, και δεν παρουσίασαν καμία δυσκολία να μιλούν ελεύθερα και να έχουν πολύ καλή επαφή μεταξύ τους. Είναι εκπληκτικό πόσα πολλά θέματα συζητούσαν κάθε φορά. Κατά μέσο όρο 60 θέματα κατά το δίωρο εκάστης συνεδρίας.

Αν και το κοινό σημείο των μελών του group ήταν η παχυσαρκία, το βάρος, η τροφή και η δίαιτα, το ενδιαφέρον τους κυρίως περιεστρέφετο γύρω από άλλα θέματα, όπως θα φανεί από την ανάλυση. Τα μέλη του group παρουσίαζαν καταθλιπτικά φαινόμενα τα οποία παρατηρούνται συχνά σε άτομα με αντιδραστική παχυσαρκία και των οποίων η υπερφαγία είναι μια αντίδραση σε κάποια τραυματική εμπειρία.

Παρουσίασαν επίσης, ελαφρά φαινόμενα ατονίας και ευερεθιστότητας, ελαφρά αϋπνία, καθώς και μεγαλύτερη κατανάλωση από καφέ και τσιγάρα. Τα φαινόμενα αυτά είναι συνήθη σε άτομα που χάνουν βάρος. Τα θέματα τα οποία διαπραγματεύθησαν σε εκατοστιαία αναλογία είναι τα εξής:

 

1. Όνειρα και άλλο υλικό του ασυνείδητου

2. Γονείς και αναμνήσεις από την παιδική ηλικία

3. Διαπροσωπικές σχέσεις εξαιρουμένων των συζύγων άλλων ανδρών

4. Φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις

5. Πρόσληψη τροφής και τροφή

6. Σχέσεις με τα παιδιά τους

7. Βάρος και εμφάνιση

8. Σχέσεις με τους συζύγους και άλλους άνδρες

9. Υγεία και νοσήματα εκτός από παχυσαρκία

10. Εργασία

Τα μέλη ενδιεφέροντο να συζητήσουν κυρίως προσωπικά τους θέματα, όπως φάνηκε και από την προηγούμενη ανάλυση.

Στην αρχή νόμισαν ότι το θέμα περιορίζεται μεταξύ της λήψεως των θερμίδων και του βάρους. Σιγά – σιγά, όμως, άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι το θέμα ήταν πιο πολύπλοκο απ’ ότι είχαν νομίσει. Άρχισαν να καταλαβαίνουν την σπουδαιότητα που είχαν οι διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες οι οποίοι καθόριζαν την εικόνα του σώματος και την συμμόρφωση με τις οδηγίες λήψης τροφής και στις άλλες βοηθητικές μεθόδους.

Είναι άξιον προσοχής ότι επί 100 θεμάτων τα οποία συνεζητήθησαν στο group μόνον τα 9 + 7 = 16 αφορούσαν την πρόσληψη τροφής, γενικά την τροφή, το βάρος και την εμφάνιση. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι αφενός τα μέλη απέφυγαν να συζητήσουν πολύ συχνά το επίμαχο θέμα για το οποίο συνεστήθη το group, με σκοπό να αποφύγουν την έκλυση άγχους και αφετέρου υπάκουσαν σε μια ασυνείδητη εσωτερική παρόρμηση να επιτύχουν πρώτα την βελτίωση της προσωπικότητας τους, να απαλλαγούν δηλαδή από τα άγχη και τις φοβίες τους σαν αποτέλεσμα των ασυνείδητων ψυχολογικών συγκρούσεων και μέσω αυτής της βελτίωσης να επιλύσουν την ανεπιθύμητη και βλαβερή διέξοδο της υπερφαγίας.

Μία άλλη μέθοδος αντιμετώπισης του προβλήματος της υπερφαγίας, παχυσαρκίας είναι η ομαδική συμπεριφορική θεραπεία.

 

Group Behavior Therapy

Κατ’ αυτήν ασκείται μεγάλη δημιουργική εργασία και από το μέρος του θεραπευτή και από το μέρος του ατόμου. Μια συμπεριφορική ανάλυση αρχίζει με μια προσεκτική μελέτη των διαφόρων περιβαλλοντικών συνθηκών που ελέγχουν την συμπτωματική συμπεριφορά του ασθενούς. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να διαιρεθούν σε προηγούμενες, οι οποίοι μπορεί να προκάλεσαν την συμπεριφορά απέναντι στις διατροφικές συνήθειες (υπερφαγία κλπ.) και σε επακόλουθους παράγοντες, οι οποίοι συντηρούν αυτή τη συμπεριφορά. Παραδείγματος χάριν για να καταλάβουμε ένα επεισόδιο βουλιμίας απαιτείται ακριβής και λεπτομερής πληροφόρηση για το τι συνέβη πριν από την κρίση της υπερφαγίας. Επικεντρώνεται η τεχνική στη συζήτηση γύρω από τα διάφορα μικροπροβλήματα που υπήρχαν πριν την έναρξη της υπερφαγίας και υπάρχουν ακόμη, με τη λογική ότι είναι περισσότερο πιθανόν να επιλύσει το άτομο τα διάφορα μικροπροβλήματα, με την συζήτηση με τον θεραπευτή στα πλαίσια της συμβουλευτικής. Αυτοί οι οποίοι εφαρμόζουν αυτή τη μέθοδο πιστεύουν ότι τα διάφορα θέματα που αφορούν την γευστικότητα των τροφών, την ώρα της λήψης αυτών, την ευκολία ή δυσκολία πρόσβασης στο φαγητό και άλλα παρόμοια, καθορίζουν την συμμόρφωση ή μη του ατόμου στην τήρηση των κανόνων. Έτσι, ο θεραπευτής κάνει ένα είδος συμμαχίας με τον παχύσαρκο, ο οποίος καθίσταται συνυπεύθυνος για την επιτυχία ή αποτυχία της θεραπείας.

Από τις δύο μεθόδους που αναφέρθησαν, η πρώτη η αναλυτικής κατεύθυνσης (Group Therapy) έχει πιο μόνιμα αποτελέσματα όσον αφορά στην απώλεια βάρους και τη συγκράτηση αυτού. Επιπλέον, όμως, έχει ευνοϊκή επίδραση πάνω στην προσωπικότητα των ανθρώπων, επειδή εισχωρεί και επηρεάζει τις πρωταρχικές φάσεις της ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης, φέρνει στην επιφάνεια τις διάφορες συνειδητές και ασυνείδητες συγκρούσεις οι οποίες με τη λεκτικοποίηση δηλαδή με την αναλυτική συζήτηση αντιμετωπίζονται χωρίς να προκληθεί άγχος, το οποίον εάν εκλύετο θα μετατρέπετο σε υπερφαγία.

Αν λοιπόν απαλλάξουμε τους παχύσαρκους από το άγχος τους, και το ελεύθερο άγχος και το τροποποιημένο, θα τους απαλλάξουμε αυτομάτως και από την ψυχαναγκαστική υπερφαγία. Επομένως, θα έχουμε απώλεια βάρους χωρίς να υποφέρουν από το άγχος και συνεπώς θα συμμορφωθούν με τις διαιτητικές, διατροφολογικές και φυσικές οδηγίες.

Με αυτή την μέθοδο και βάρος θα χάσουν και την προσωπικότητα τους θα ενισχύσουν. Όσοι αντιμετώπισαν με επιτυχία την παχυσαρκία τους με την ίδια επιτυχία θα αντιμετωπίσουν και τα άλλα προβλήματα της ζωής τους. Το βάρος της προσωπικότητας του ανθρώπου δεν έχει σχέση με το βάρος του σώματος. Ίσως μερικά κιλά περισσότερα ή μερικά κιλά λιγότερα να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία. Πρέπει όμως πάντα να έχουμε υπόψη το αρχαίο ελληνικό ρητό.

«Νους υγιής εν σώματι υγιή».

* Ο αστερίσκος στον τίτλο του άρθρου δηλώνει πως το άρθρο απευθύνεται κυρίως σε μη ειδικούς.