Επιστημονική ενημέρωση σε μία σελίδα: Ιανουάριου 2018, ΕΕΛΙΑ

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας, Β΄ Πανεπιστημιακή
Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

 

Καναγλιφλοζίνη και καρδιαγγειακό όφελος στην πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη

Η καναγλιφλοζίνη, ένα νεώτερο αντιδιαβητικό φάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων της SGLT2, έχει δείξει καρδιαγγειακό όφελος σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Στην ανάλυση αυτή από τη μελέτη CANVAS (Canagliflozin Cardiovascular Assessment Study) συγκρίθηκε το όφελος του φαρμάκου στην πρωτογενή συγκριτικά με τη δευτερογενή πρόληψη. Οι συμμετέχοντες στη μελέτη που έλαβαν την αγωγή στο πλαίσιο πρωτογενούς πρόληψης (N=3.486) ήταν νεώτεροι, συχνότερα γυναίκες και με μεγαλύτερη διάρκεια ΣΔτ2 συγκριτικά με συμμετέχοντες με ιστορικό καρδιαγγειακού επεισοδίου (δευτερογενής πρόληψη, N=6.656). Το πρωταρχικό τελικό σημείο (καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) ήταν συχνότερο στην ομάδα της δευτερογενούς πρόληψης (36,9 έναντι 15,7/1000 ασθενείς/έτη, P<0,001). Στο σύνολο των ασθενών εμφανίσθηκε ελάττωση του πρωταρχικού τελικού σημείου, των νοσηλειών για καρδιακή ανεπάρκεια και των νεφρικών επιπλοκών με χορήγηση καναγλιφλοζίνης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο χωρίς ενδείξεις ετερογένειας ανάμεσα στους ασθενείς.Συμπερασματικά, πάσχοντες από ΣΔτ2 με ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων, εντούτοις, το κλινικό όφελος από τη χορήγηση καναγλιφλοζίνης δεν διαφέρει στους ασθενείς που λαμβάνουν την αγωγή σε επίπεδο δευτερογενούς έναντι πρωτογενούς πρόληψης.

(Mahaffey KW, Neal B, Perkovic V, et al. Circulation. 2018;137:323-334)

 

Αυτοσωματική υπολειπόμενη υπερλιπιδαιμία και καρδιαγγειακή νόσος

Η αυτοσωματική υπολειπόμενη υπερλιπιδαιμία αποτελεί σπάνια γενετική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από πρώιμη εμφάνιση αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου. Στην παρούσα μελέτη συγκεντρώθηκαν δεδομένα 52 ασθενών με αυτοσωματική υπολειπόμενη υπερλιπιδαιμία που παρακολουθήθηκαν για 14,1 ± 7,3 έτη, και αξιολογήθηκε η θεραπευτική αντιμετώπιση και η πρόγνωση τους. Η αρχική LDL-χολ των συμμετεχόντων προ θεραπείας ήταν 572 mg/dL. Οι περισσότεροι ασθενείς έλαβαν συνδυασμό ισχυρής στατίνης με εζετιμίμπη ως προσθήκη σε θεραπεία LDL αφαίρεσης και 6 ασθενείς έλαβαν επιπλέον λομιταπίδη. Παρά τη θεραπεία μόνο 23,1% των ασθενών πέτυχε τιμές LDL-χολ<100mg/dL. Κατά τη παρακολούθηση 26,9% των ασθενών εμφάνισαν καρδιαγγειακό επεισόδιο και 11,5% πρωτοδιαγνώσθηκαν με στένωση της αορτικής βαλβίδας. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι πάσχοντες από αυτοσωματική υπολειπόμενη υπερλιπιδαιμία αδυνατούν να πετύχουν το θεραπευτικό στόχο για την LDL-χολ παρά την ισχυρή υπολιπιδαιμική θεραπεία, γεγονός που μεταφράζεται σε πτωχή μακροπρόθεσμη καρδιαγγειακή πρόγνωση, και υπογραμμίζουν την ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης και αντιμετώπισης των ασθενών.

(D’Erasmo L, Minicocci I, Nicolucci A, et al. J Am Coll Cardiol. 2018;71:279-288)

Αξιοπιστία μετρήσεων LDL-χολ σε νηστεία και μη-νηστεία.

Οι νεώτερες μέθοδοι μέτρησης της LDL-χολ χρησιμοποιούν ευέλικτη προσέγγιση στην αξιολόγηση της LDL-χολ σε σχέση με τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων που πιθανώς πλεονεκτεί σε ακρίβεια έναντι της κλασικής μεθόδου του Friedewald. Στη μελέτη αυτή έγινε σύγκριση των δύο μεθόδων συγκριτικά με άμεση μέτρηση της LDL-χολ σε 1.545.634 ασθενείς. Σε 959.153 συμμετέχοντες είχε προηγηθεί της αιμοληψίας νηστεία 10-12 ωρών, ενώ στους υπόλοιπους το δείγμα ήταν μη-νηστείας. Η ακρίβεια των μετρήσεων τόσο στα δείγματα νηστείας όσο και μη-νηστείας ήταν υψηλότερη με τη νέα μέθοδο συγκριτικά με τη μέθοδο του Friedewald (εύρος 87%-94% έναντι 71%-93%, p≤0,001). Σε επίπεδα LDL-χολ <70 mg/dL, η ακρίβεια της νεώτερης μεθόδου σε καταστάσεις μη-νηστείας (92%) ήταν ανώτερη της μεθόδου Friedewald (71%, p<0,001), με ποσοστό μόλις 2-3% των ασθενών να εμφανίζουν διαφορές στην LDL-χολ ≥10 mg/dL. Συμπερασματικά, οι νεώτερες μέθοδοι μέτρησης της LDL-χολ πλεονεκτούν έναντι της κλασικής μεθόδου Friedewald σε δείγματα μη-νηστείας, ιδιαίτερα στις χαμηλές τιμές LDL-χολ και στα αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων.    

(Sathiyakumar V, Park J, Golozar A, et al. Circulation. 2018;137:10-19)

Καρδιαγγειακός κίνδυνος και ένδειξη χορήγησης στατίνης σε νεαρούς εμφραγματίες

Παρά τις προόδους που έχουν σημειωθεί στην πρωτογενή πρόληψη η εμφάνιση οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου (ΟΕΜ) σε νεαρούς ενήλικες δεν έχει ελαττωθεί. Η μελέτη YOUNG-MI αποτελεί μια αναδρομική καταγραφή που συμπεριλαμβάνει ασθενείς που υπέστησαν ΟΕΜ σε ηλικία < 50 ετών. Στόχος της μελέτης ήταν να αξιολογηθεί ο καρδιαγγειακός κίνδυνος και η ένδειξη χορήγησης στατίνης σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του Αμερικάνικου Κολλεγίου Καρδιολογίας του 2013 και της ομάδας ειδικών για την πρόληψη (U.S. Preventive Services Task Force) του 2016 στους νεαρούς εμφραγματίες προ του επεισοδίου. Αξιολογήθηκαν δεδομένα από 1.475 συμμετέχοντες που δεν ελάμβαναν στατίνη πριν την εκδήλωση του ΟΕΜ. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 45 έτη και ποσοστό 20% ήταν γυναίκες. Ο μέσος 10ετής καρδιαγγειακός κίνδυνος των συμμετεχόντων ήταν 4,8%. Σύμφωνα με τα κριτήρια του Αμερικάνικου Κολλεγίου Καρδιολογίας 49% ήταν υποψήφιοι για λήψη στατίνης, ενώ βάσει των οδηγιών της ομάδας ειδικών για την πρόληψη μόλις 29% των συμμετεχόντων. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η πλειοψηφία των νεαρών εμφραγματιών δεν πληροί τα κριτήρια χορήγησης υπολιπιδαιμικής θεραπείας με στατίνη πριν από το ΟΕΜ και τονίζουν την ανάγκη ακριβέστερης αξιολόγησης του καρδιαγγειακού κινδύνου στα νέα άτομα.

(Singh A, Collins BL, Gupta A, et al. J Am Coll Cardiol. 2018;71:292-302.)

Η επίδραση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στην εντατική έναντι της συμβατικής ρύθμισης της πίεσης

Στη μελέτη SPRINT (Systolic Blood Pressure Intervention Trial) αξιολογήθηκε η επίδραση της εντατικής αντιμετώπισης της συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΣΑΠ) με στόχο <120 mm Hg έναντι του συμβατικού στόχου της ΣΑΠ<140 mm Hg στην εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων σε 9.361 υψηλού κινδύνου ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση. Στην παρούσα ανάλυση εκτιμήθηκε η επίδραση της αρχικής τιμής της διαστολικής αρτηριακής πίεσης (ΔΑΠ) των συμμετεχόντων στα αποτελέσματα της μελέτης. Η μέση αρχική ΣΑΠ στους ασθενείς της μελέτης ήταν 139,7 ± 15,6 mm Hg και η μέση ΔΑΠ ήταν 78,1 ± 11,9 mm Hg. Η αρχική ΔΑΠ εμφάνιζε καμπύλη σχήματος U με το πρωταρχικό τελικό σημείο ανεξάρτητα από τη θεραπεία που χορηγήθηκε. Εντούτοις, η επίδραση της εντατικής ελάττωσης της ΣΑΠ στην εμφάνιση του πρωταρχικού τελικού σημείου δε φάνηκε να επηρεάζεται από τα επίπεδα της αρχικής ΔΑΠ. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι η χαμηλή ΔΑΠ σχετίζεται με αύξηση των καρδιαγγειακών επεισοδίων, αλλά δεν επιδρά δυσμενώς στο όφελος από την εντατική ελάττωση της ΣΑΠ σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.

(Beddhu S, Chertow GM, Cheung AK, et al. Circulation. 2018;137:134-143)